Η ηγεσία της FIFA, υπό τον πρόεδρο Τζάνι Ινφαντίνο, βρίσκεται σε αντιπαράθεση με ομοσπονδίες μετά την απόσυρση της ιδέας για πώληση μεριδίων του Παγκοσμίου Κυπέλλου σε ιδιώτες επενδυτές. Η UEFA εξέφρασε έλλειψη εμπιστοσύνης και απείλησε με νομικές ενέργειες, ενώ εθνικές ομοσπονδίες αποσύρουν τη στήριξή τους στην επανεκλογή του Ινφαντίνο ενόψει των εκλογών του 2027.
Στο εσωτερικό της FIFA, στενοί συνεργάτες του Ινφαντίνο αποστασιοποιούνται, με τον ανώτερο σύμβουλο παγκόσμιας στρατηγικής να έχει παραιτηθεί. Ο γενικός γραμματέας Ματίας Γκράφστρεμ περιέγραψε την κατάσταση ως «θλιβερή και κατακριτέα ακολουθία γεγονότων».
Αντιδράσεις και συσπείρωση
Ο Ινφαντίνο δεν έχει δείξει διάθεση να παραιτηθεί ή να αναλάβει προσωπικά την ευθύνη για την κρίση. Αντιθέτως, ξεκίνησε προσπάθεια συσπείρωσης των συμμάχων του, αναδημοσιεύοντας δηλώσεις υποστήριξης από ομοσπονδίες της Αφρικής και της Ασίας. Επίσης, απέφυγε μια δημόσια αντιπαράθεση με την UEFA, εστιάζοντας στην αποκατάσταση της πειθαρχίας εντός της παγκόσμιας ομοσπονδίας.
Στο Ραμπάτ, ο Ινφαντίνο συγκάλεσε έκτακτη σύσκεψη ηγεσίας, όπου, σύμφωνα με αναφορές, σκηνοθετήθηκε μια εικόνα ενότητας. Ο Γκράφστρεμ και τα μέλη της διοίκησης εξέφρασαν την «πλήρη υποστήριξή» τους στον Ινφαντίνο. Λίγες ώρες αργότερα, οι δύο εμφανίστηκαν μαζί στις εξέδρες ενός αγώνα για το Κύπελλο Εθνών Αφρικής γυναικών.

Περιορισμένη αυτοκριτική και αντεπίθεση
Η ηγεσία της FIFA προέβη σε περιορισμένη αυτοκριτική. Σε κοινή επιστολή, ο Ινφαντίνο και ο Γκράφστρεμ αναγνώρισαν ότι το Συμβούλιο και οι εθνικές ομοσπονδίες ένιωσαν αποκλεισμένες από τη διαδικασία, παραδέχθηκαν λάθη στον χειρισμό της υπόθεσης και ζήτησαν «ειλικρινώς συγγνώμη». Υποσχέθηκαν εσωτερική επανεξέταση του ζητήματος και την κατάθεση έκθεσης στην επόμενη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου.
Ωστόσο, η FIFA επέμεινε ότι όλες οι ενέργειες έγιναν εντός του κανονιστικού πλαισίου, αναγνωρίζοντας αστοχίες επικοινωνίας και διαχείρισης, αλλά αρνούμενη θεσμική εκτροπή ή προσωπική ευθύνη του προέδρου.
Μετά τη συγγνώμη, η FIFA ανακοίνωσε ότι δεν θα ανεχθεί πλέον επιθέσεις κατά της «ακεραιότητας, της χρηστής διακυβέρνησης και των νόμιμων διαδικασιών» της, υπογραμμίζοντας ότι θα λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία του ονόματος και της φήμης της. Αυτή η διατύπωση θεωρείται προειδοποίηση προς ομοσπονδίες, παράγοντες και μέσα ενημέρωσης που συνεχίζουν να ερευνούν ή να καταγγέλλουν τους χειρισμούς της ηγεσίας.
Στρατηγικές κινήσεις και εκλογές
Η επιλογή του Μαρόκου ως τόπου διεξαγωγής της «συνόδου κορυφής» της FIFA, όπου δόθηκε το σήμα της αντεπίθεσης, έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο Ινφαντίνο διατηρεί εκεί ισχυρούς συμμάχους, και στο Ραμπάτ πρόκειται να διεξαχθούν τον Μάρτιο του 2027 οι προεδρικές εκλογές της FIFA.
Σύμφωνα με ορισμένα δημοσιεύματα, η FIFA φέρεται να υποσχέθηκε στο Μαρόκο τον τελικό του Μουντιάλ 2030 με αντάλλαγμα τη στήριξη της ομοσπονδίας προς την παρούσα ηγεσία, φήμη που η παγκόσμια ομοσπονδία απορρίπτει.
Ο Ινφαντίνο, μη διατεθειμένος να παραιτηθεί, δείχνει έτοιμος να δώσει σκληρό αγώνα για τις εκλογές του 2027.

Αντιδράσεις από τον κόσμο του ποδοσφαίρου
Ο Λουίς Φίγκο, παλαίμαχος ποδοσφαιριστής, ζήτησε την άμεση παραίτηση του Τζάνι Ινφαντίνο από τη θέση του προέδρου της FIFA. Ο Φίγκο δήλωσε ότι ο Ινφαντίνο «έχει απαξιώσει το αξίωμα που υποσχέθηκε να αναδείξει» και ότι «έχει πει ψέματα, έχει εξαπατήσει και έχει προσπαθήσει να εξυπηρετήσει τα προσωπικά του συμφέροντα εις βάρος του αθλήματος που καλείται να υπηρετήσει».
Ο Φίγκο πρόσθεσε ότι ο Ινφαντίνο «έχει χάσει την υποστήριξη του ανώτερου προσωπικού του, των πιο στενών συμβούλων του, της συντριπτικής πλειοψηφίας των ανθρώπων που αφιερώνουν τη ζωή τους σε αυτό το άθλημα». Κατά τον Φίγκο, «είναι πολύ αργά για να σώσει την αξιοπρέπειά του, αλλά δεν είναι πολύ αργά για να σωθεί το ποδόσφαιρο» και ότι «πρέπει να φύγει. Τώρα».
Παρά τις αντιδράσεις, ο Ινφαντίνο βρέθηκε στο Ραμπάτ για συνάντηση με στελέχη της FIFA, ενώ ορισμένοι άνθρωποι του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, όπως ο Λουίς Φίγκο, ζητούν την αποπομπή του.
Source: skai.gr