«Ες Ίτανον πόλιν» ή πώς ο Κορώβιος έγινε Κοκωβιός.

0 Προβολή

Διασχίζοντας την οδό Μίνωος, ένα σχετικά μεγάλο δρόμο στο μέσο περίπου της Σητείας, σχεδόν εγκάρσιό της, που τείνει να ενώσει τις δυο μεγάλες εκκλησίες της,την Αγία Αικατερίνη και την Ευαγγελίστρια, χωρίς όμως να το καταφέρει, συναντάμε τρεις μικρούς κάθετους δρόμους να την τέμνουν κι ένα ακόμη πολύ μικρότερό τους. Ο δρομίσκος αυτός είναι η οδός Κορωβίου. Κρυμμένος, χαμένος, σχεδόν ασήμαντος, φιλοξενεί μόλις τρία σπίτια. Μικρός ο δρόμος, μικρός ίσως και ο τιμώμενος, μικρή και η τιμή για τον Κορώβιο.

Ποιος είναι λοιπόν ο Κορώβιος, ο τιμημένος με αυτόν τον ταπεινό,σχεδόν άγνωστο, δρομίσκο, με το παράξενο όνομα, το χαμένο στο χρόνο σαν αχνός ψίθυρος;

Πάντα με συνεπαίρνουν με την παράξενη γοητεία τους οι απλοϊκές επεξηγηματικές μικροϊστορίες των γηραλέων συνανθρώπων μας. Σκυφτοί γέροντες από το βάθος και τη σοφία των χρόνων ή μαυρομαντιλούσες γριούλες κυρτωμένες από την πείρα και τη γνώση δεκαετιών ξαφνιάζουν και εντυπωσιάζουν με τις πλούσιες γνώσεις τους.Και για όλα έχουν μια ερμηνεία.Τίποτε δε μένει ανεξιχνίαστο.

Έτσι,πριν μερικά χρόνια,περνώντας από την οδό Κορωβίου ζήτησα πληροφορίες για το όνομα του δρόμου από μια συμπαθητική γριούλα δοκιμάζοντας, ίσως προκλητικά, να ελέγξω τις γνώσεις της. Δε θυμάμαι αν ήταν καθισμένη στο διπλανό πεζούλι-όπως τον παλιό καλό καιρό-ή αν έτυχε να περνά από εκεί περίφροντις και σιωπηλή. Ο χρόνος θάμπωσε την εικόνα. Η απάντησή της ήρθε αμέσως με αφοπλιστική σιγουριά˙ήταν η πιστοποίηση μιας βέβαιης αλήθειας. Μου είπε:

– Εγώ κατέχω για τον Κοκωβιό˙ τον επρόκαμα κιόλας. Γροίκα ν΄ακούσεις. Αυτός, παιδί μου,έμενε επαέ κοντά. Να,στο πρώτο σπίτι. Και ήτανε ένας λεβέντης,ίσαμε εκειέ πάνω και ψαράς από τσι πρώτους, πολύ πιτήδειος και στημονερός. Ήφερνε κοφινιές τα ψάρια στη γειτονιά, τα πουλούσε στσι πλούσους αλλά και τα μοίραζε σε όλη τη φτωχολογιά. Μα πιο πολύ είχε μεγάλη μανία με τσι κοκωβιούς (απού τσι λένε και κωβιούς). Κατέχεις τα δα, κειανά τα μικρά πετρόψαρα,νόστιμα τ΄άτιμα, απού τα βάνουνε και στην κακαβιά. Και του κολλήσανε το παρανόμι Κοκωβιός. Αλλιώς δεν τον ήβρισκες. Κι άμα πόθανε, όλοι τονε σχωρούσανε. Κι ο Δήμαρχος τονε τίμησε για τσι πολλές ελεημοσύνες του. Και ήβγαλε το δρόμο με το όνομά ντου. Τόσους εβοήθησε. Μα δεν το ΄ξιζε, μπάρε μου;

Έμεινα κατάπληκτος από την ιστορία που σκαρφίστηκε και από τον τρόπο που θριαμβικά και αυτάρεσκα την ξεφούρνισε, αφού «τον επρόκαμε κιόλας!» Κανείς από τους παλιούς ψαράδες που ρώτησα, δε γνώριζε για το συνάδελφό του Κοκωβιό ούτε και είχε ακούσει κάτι από τους παλιότερους. Κι όμως η πινακίδα του δρόμου δεν έγραφε οδός Κοκωβιού. Η αγαθή γριούλα ίσως γνώριζε πολύ λίγα γράμματα. Και καθώς οι δυο λέξεις της πινακίδας ήταν γραμμένες με κεφαλαία-επομένως χωρίς τόνους-και ήταν γατζωμένη αγέρωχα κάπως ψηλά στον τοίχο, η γριούλα διάβαζε-ή της διάβαζαν-οδός Κοκωβιού, αντί οδός Κορωβίου! Πώς να συλλαβίσει άλλωστε ένα κύριο όνομα παντελώς άγνωστό της και ακατάληπτο;

Έπλασε λοιπόν μια φανταστική αλλά όμορφη και ηθικοπλαστική ιστοριούλα επιστρατεύοντας με περισσή αυτοπεποίθηση όλη την καλπάζουσα φαντασία της. Έτσι η γηραιά φίλη μου με αυτήν την ηχηρή παρανάγνωση και τη φανταστική περιδίνησή της είχε πετύχει το στόχο της. Να δώσει μια πιθανή εξήγηση και βυθισμένη στον πολτό μιας κοινής μνήμης να εντυπωσιάσει με την ελεύθερη σύνθεση μιας δικής της πραγματικότητας.

Κι όμως η γριούλα είχε προσεγγίσει απροσδόκητα την αλήθεια.Εντελώς τυχαία!Κι όχι βέβαια όλη την αλήθεια. Ένα μικρό μέρος της, μια μικρή στρώση της. Κι αυτό γιατί ο άγνωστός της Κορώβιος ήταν κι αυτός ψαράς, όπως ο φανταστικός ήρωάς της, ο Κοκωβιός. Αλλά και τι ψαράς! Αλιέας πορφύρας. Ψάρευε δηλαδή στα μέρη μας, στα ίδια μέρη με τον ήρωά της, τα περίφημα κοχύλια με το έντονο βαθυκόκκινο χρώμα με το οποίο βαφόταν τα πολυτελέστατα ενδύματα των βασιλιάδων και των αυτοκρατόρων ίσαμε και τα βυζαντινά χρόνια. Ήταν οι περίφημες αλουργίδες.

Ο Ηρόδοτος,ο πατέρας της Ιστορίας κατά τον Κικέρωνα,αναφέρει μια παράξενη ιστορία. Βρισκόμαστε στο 631 π.Χ. Το Δελφικό Μαντείο δίδει χρησμό στο βασιλιά του νησιού της Θήρας να ιδρύσει αποικία στην Κυρήνη της Λιβύης.Αυτός αδιαφορεί. Ο θεός θυμώνει και εκδικείται σκληρά. Ξεσηκώνω από το Τέταρτο Βιβλίο της Ιστορίας του Ηροδότου(Δ,151-153) και παραφράζω,ελαφρά σε κάποια σημεία,όσα ξετυλίγονται στη συνέχεια:

«Για επτά απανωτά χρόνια ύστερα από το περιστατικό δεν έβρεχε στη Θήρα. Έτσι ξεράθηκαν όλα τα δέντρα στο νησί εκτός από ένα (προσέξτε τη σχεδόν ασήμαντη λεπτομέρεια!) Μετανιωμένοι και απελπισμένοι οι Θηραίοι ξαναπάνε στους Δελφούς. Και η Πυθία απαντά τα ίδια: Ιδρύστε αποικία στη Λιβύη… Τότε οι Θηραίοι στέλνουν μαντατοφόρους στην κοντινή Κρήτη να ρωτήσουν μήπως κάποιος Κρητικός ήξερε πού βρίσκεται αυτή η χώρα.Φτάνουν τέλος στην Ίτανο «ες Ίτανον χώραν» (βρισκόταν κοντά στο σημερινό φοινικόδασος Βάι).Εκεί συναντούν κάποιο ψαρά της πορφύρας, «ανδρί πορφυρέι», που τον έλεγαν Κορώβιο. Κι αυτός τους διηγήθηκε πως σπρωγμένος από τους ανέμους παρασύρθηκε κάποτε από την Κρήτη στη Λιβύη… Αμέσως οι Θηραίοι τον πλήρωσαν και τους οδήγησε εκεί. Τον άφησαν σε ένα νησί της με τρόφιμα για κάμποσους μήνες… γύρισαν πίσω στη Θήρα, διάλεξαν από κάθε δυο αδέλφια το ένα, τα έβαλαν σε δυο πλοία, έφτασαν στη Λιβύη και ίδρυσαν την αποικία.»

Κι ο Κορώβιος, ο συμπατριώτης μας,τι απέγινε;Ο Ηρόδοτος τον αφήνει να πλανάται μετέωρος σε λίγες γραμμές της Ιστορίας του.Μια αφανής σκιά.Χάθηκε,πριν γυρίσουν οι Θηραίοι για δεύτερη φορά; Έμεινε μαζί τους στη Λιβύη; Ξαναγύρισε στην Ίτανο; Ή μήπως, όπως αναφέρει ένας άλλος ιστορικός, δεν ήταν άνθρωπος αλλά ήταν ή έγινε θαλάσσια θεότητα της Ιτάνου; Να, ίσως ξαναγυρνάμε στο σεφερικό στίχο ψηλαφώντας άλλα νοήματα με τις πολλαπλές αναγνώσεις που προσφέρει ο ποιητικός λόγος: «Τι ΄ναι θεός, τι μη θεός και τι τ΄ ανάμεσό τους;»

Ίσως να μην έχει και τόση σημασία.Τον ιστορικό άλλωστε ενδιέφερε να αφηγηθεί για την ίδρυση της αποικίας. Έτσι ο Κορώβιος έμεινε εις τους αιώνας των αιώνων ο Κρητικός αλιεύς της πορφύρας,ο γεμάτος μυστήριο μοναδικός γνωστός κάτοικος της Ιτάνου. Και η Σητεία σήμερα επέλεξε να τιμήσει τον αλαργινό πρόγονο μ΄αυτήν τη λιγοστή έστω τιμή. Ένα δρομίσκο. Λιγοστό, μα αγαπητό δώρο. «Δόσις ολίγη,φίλη τε».Μια πολιτισμική προσέγγιση από το βαρύφορτο ιστορικό παρελθόν.Κι ας είναι ένα μόνο όνομα ενός απλού πολίτη χωνεμένο μέσα στην Ιστορία.Κι αυτός σαν τον Πελοποννήσιο βασιλιά της Ασίνης στην Ιλιάδα. «Μόνο μια λέξη κι εκείνη αβέβαιη,ριγμένη εδώ στου μυαλού τ΄αυλάκι.» Πάλι σεφερικός λόγος.

Ίσως όμως ο Κορώβιος να επιζεί απρόσμενα ολοζώντανος αλλά πεισματικά κρυμμένος στους θρύλους που τυλίγουν την πόλη μας.Μέσα στη φανταστική αφήγηση της σύγχρονης γριούλας που με «κληρονομική έφεση» ανασαίνει και ψυχανεμίζεται ιστορία 2650 χρόνων. Που βοηθούσης και της παρανάγνωσης και πηδώντας γενιές και γενιές τον μεταμόρφωσε στο σύγχρονο ψαρά Κοκωβιό αλλά κρυφομιλώντας μαζί του διατήρησε αλώβητο,με λιγοστές ρωγμές, το μισοσβησμένο επάγγελμά του απογυμνωνόμενη σιγά σιγά από τις λεπτομέρειες και τον κορμό της ηροδότειας αφήγησης. Ο Κορώβιος έγινε έτσι, με μια λαθραία ματιά, αντανάκλαση μιας ανθρώπινης ιστορίας που γλυκαίνει την πόλη μας. Μιας ιστορίας χωνεμένης στους σύγχρονους δρόμους της. Και στους αλλοτινούς. Ίσως και στους μελλοντικούς. Άλλωστε, όπως αναφέρει ο Αϊνστάιν, «Η διάκριση ανάμεσα στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον δεν είναι παρά μια πνευματικά επίμονη ψευδαίσθηση.»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΑΚΩΝΑΚΗΣ

Κατηγορία : ΑΠΟΨΕΙΣ, ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ